δασοκάλυψη
•
- η κάλυψη μιας γεωγραφικής έκτασης με δάσος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασοκάλυψη < δάσ(ος) + -ο- + κάλυψη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασοκάλυψη | δασοκαλύψεις |
| Γενική | δασοκάλυψης | δασοκαλύψεων |
| Αιτιατική | δασοκάλυψη | δασοκαλύψεις |
| Κλητική | δασοκάλυψη | δασοκαλύψεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →