Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασοσκέπαστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σκεπασμένος με δάσος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασοσκέπαστος < δάσος + σκεπάζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασοσκέπαστοςδασοσκέπαστηδασοσκέπαστο
Γενικήδασοσκέπαστουδασοσκέπαστηςδασοσκέπαστου
Αιτιατικήδασοσκέπαστοδασοσκέπαστηδασοσκέπαστο
Κλητικήδασοσκέπαστεδασοσκέπαστηδασοσκέπαστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασοσκέπαστοιδασοσκέπαστεςδασοσκέπαστα
Γενικήδασοσκέπαστωνδασοσκέπαστωνδασοσκέπαστων
Αιτιατικήδασοσκέπαστουςδασοσκέπαστεςδασοσκέπαστα
Κλητικήδασοσκέπαστοιδασοσκέπαστεςδασοσκέπαστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →