Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. καλυμμένος με δάσος Βικιλεξικό
  2. ιδιαίτερα τριχωτός Βικιλεξικό
    • Με πλατύ δασωμένο στήθος, πόδια βαριά, χέρια θραψερὰ καὶ προκοίλια και προγούλια, ἕνας ἄνθρωπος όλος κρέατα. (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Αιχμάλωτοι: μυθιστορήματα, 1951, σελ. 38)

Ετυμολογία

δασωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δασώνω

Άλλοι τύποι

δασωμέναδασωμένεδασωμένεςδασωμένηδασωμένηςδασωμένοδασωμένοιδασωμένοςδασωμένουδασωμένουςδασωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →