Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασωνύμιο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ονομασία τόπου που ονομάστηκε έτσι από κάποιο δάσος, άλσος κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασωνύμιο < δάσος + -ωνύμιο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδασωνύμιοδασωνύμια
Γενικήδασωνυμίου / δασωνύμιουδασωνυμίων / δασωνύμιων
Αιτιατικήδασωνύμιοδασωνύμια
Κλητικήδασωνύμιοδασωνύμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →