δασωνύμιο
•
- ονομασία τόπου που ονομάστηκε έτσι από κάποιο δάσος, άλσος κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δασωνύμιο < δάσος + -ωνύμιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δασωνύμιο | δασωνύμια |
| Γενική | δασωνυμίου / δασωνύμιου | δασωνυμίων / δασωνύμιων |
| Αιτιατική | δασωνύμιο | δασωνύμια |
| Κλητική | δασωνύμιο | δασωνύμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →