όνομα
•
- η λέξη με την οποία αποκαλείται ένας άνθρωπος, ή ζώο ή ένας τόπος Βικιλεξικό
- (γενικότερα) το ονοματεπώνυμο
- μεταφορικάη καλή ή κακή φήμη Βικιλεξικό
- Έχει βγάλει κακό όνομα.
- Του βγήκε τ' όνομα.
- γραμματικήόρος που περιλαμβάνει τα ουσιαστικά και τα επίθετα Βικιλεξικό
- μέρος λόγου: όνομα ουσιαστικό (κύριο ή προσηγορικό), μέρος λόγου: όνομα επίθετο
- προγραμματισμόςτο αναγνωριστικό, λέξη με την οποία ταυτοποιείται μία οντότητα (εντολή, μεταβλητή, συνάρτηση, κλπ) σε μια γλώσσα προγραμματισμού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όνομα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὄνομα < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁nḗh₃mn̥
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όνομα | ονόματα |
| Γενική | ονόματος | ονομάτων |
| Αιτιατική | όνομα | ονόματα |
| Κλητική | όνομα | ονόματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →