Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δασύς

/ðaˈsis/επίθετο, αρσενικό
•
  1. πυκνός (για τρίχωμα ή φύλλωμα) Βικιλεξικό
    • στα δασιά πλατάνια
    • Τον θυμόταν ψηλό και παχύ, με κόκκινα μάγουλα και με δασιά φρύδια και μουστάκι γυρισμένο προς τα πάνω. (Φάνης Μούλιος, Η γάτα)
  2. γραμματικήπου προφέρεται με εκπνοή αέρα Βικιλεξικό
    • τα σύμφωνα θ, δ και χ στα αρχαία ελληνικά ήταν δασέα
    • δασύς ήχος, δασεία προφορά
  3. ουσιαστικοποιημένοη δασεία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δασύς < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δασύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dens- < *dn̥s- (παχύς, πυκνός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδασύςδασιά / δασείαδασύ
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →