Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δαφνοστόλιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. στολισμένος με δάφνες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δαφνοστόλιστος < δάφνη + τη μετοχή του ρήματος στολίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδαφνοστόλιστοςδαφνοστόλιστηδαφνοστόλιστο
Γενικήδαφνοστόλιστουδαφνοστόλιστηςδαφνοστόλιστου
Αιτιατικήδαφνοστόλιστοδαφνοστόλιστηδαφνοστόλιστο
Κλητικήδαφνοστόλιστεδαφνοστόλιστηδαφνοστόλιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδαφνοστόλιστοιδαφνοστόλιστεςδαφνοστόλιστα
Γενικήδαφνοστόλιστωνδαφνοστόλιστωνδαφνοστόλιστων
Αιτιατικήδαφνοστόλιστουςδαφνοστόλιστεςδαφνοστόλιστα
Κλητικήδαφνοστόλιστοιδαφνοστόλιστεςδαφνοστόλιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →