Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δείπνος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. το δείπνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δείπνος < ελληνιστική δεῖπνος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδείπνοςδείπνοι
Γενικήδείπνουδείπνων
Αιτιατικήδείπνοδείπνους
Κλητικήδείπνεδείπνοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →