Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκάδιπλος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. δεκαπλάσιος, δεκαπλός Βικιλεξικό
  2. που τον έχουν διπλώσει σε δέκα πτυχές Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεκάδιπλος < δεκά- + διπλός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκάδιπλοςδεκάδιπληδεκάδιπλο
Γενικήδεκάδιπλουδεκάδιπληςδεκάδιπλου
Αιτιατικήδεκάδιπλοδεκάδιπληδεκάδιπλο
Κλητικήδεκάδιπλεδεκάδιπληδεκάδιπλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκάδιπλοιδεκάδιπλεςδεκάδιπλα
Γενικήδεκάδιπλωνδεκάδιπλωνδεκάδιπλων
Αιτιατικήδεκάδιπλουςδεκάδιπλεςδεκάδιπλα
Κλητικήδεκάδιπλοιδεκάδιπλεςδεκάδιπλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →