δεκάευρο
•
- νόμισμαδέκα ευρώ Βικιλεξικό
- νόμισμαχαρτονόμισμα των δέκα ευρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκάευρο < δέκα + ευρ(ώ) + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκάευρο | δεκάευρα |
| Γενική | δεκάευρου | δεκάευρων |
| Αιτιατική | δεκάευρο | δεκάευρα |
| Κλητική | δεκάευρο | δεκάευρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →