Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δεκάρα ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. για ρητορικό λόγο «της δεκάρας», χωρίς ουσία, γεμάτο τετριμμένες εκφράσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεκάρικος < δεκάρα + -ικος # δεκάρικος < δέκα + -άρικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκάρικοςδεκάρικηδεκάρικο
Γενικήδεκάρικουδεκάρικηςδεκάρικου
Αιτιατικήδεκάρικοδεκάρικηδεκάρικο
Κλητικήδεκάρικεδεκάρικηδεκάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκάρικοιδεκάρικεςδεκάρικα
Γενικήδεκάρικωνδεκάρικωνδεκάρικων
Αιτιατικήδεκάρικουςδεκάρικεςδεκάρικα
Κλητικήδεκάρικοιδεκάρικεςδεκάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →