Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεκαδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γενικότεραπου αποτελείται από δεκάδες Βικιλεξικό
  2. αριθμητικήπου ανήκει στο δεκαδικό σύστημα αρίθμησης το οποίο έχει σαν βάση το δέκα Βικιλεξικό
  3. κοινάπου αποτελεί, αναφέρεται σε ή περιέχει κάποιο υποπολλαπλάσιο της μονάδας εκπεφρασμένο στο δεκαδικό σύστημα αρίθμησης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δεκαδικός < ελληνιστική < (σημασιολογικό δάνειο) τη γαλλική décimal < δεκάς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκαδικόςδεκαδικήδεκαδικό
Γενικήδεκαδικούδεκαδικήςδεκαδικού
Αιτιατικήδεκαδικόδεκαδικήδεκαδικό
Κλητικήδεκαδικέδεκαδικήδεκαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεκαδικοίδεκαδικέςδεκαδικά
Γενικήδεκαδικώνδεκαδικώνδεκαδικών
Αιτιατικήδεκαδικούςδεκαδικέςδεκαδικά
Κλητικήδεκαδικοίδεκαδικέςδεκαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →