δεκαδικότητα
•
- το να αποτελείται κάποιος (ή κάτι) από δεκάδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκαδικότητα < δεκαδικ(ός) + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεκαδικότητα | δεκαδικότητες |
| Γενική | δεκαδικότητας | δεκαδικοτήτων |
| Αιτιατική | δεκαδικότητα | δεκαδικότητες |
| Κλητική | δεκαδικότητα | δεκαδικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →