δεκατίζω
•
- δίνω το ένα δέκατο όσων παράγω ή κερδίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεκατίζω < δέκατος + -ίζω < αρχαία ελληνική δέκατος < δέκα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δεκατίζω | δεκατίζεις | δεκατίζει | δεκατίζουμε | δεκατίζετε | δεκατίζουν / δεκατίζουνε |
| Παρατατικός | δεκάτιζα | δεκάτιζες | δεκάτιζε | δεκατίζαμε | δεκατίζατε | δεκάτιζαν / δεκατίζαν / δεκατίζανε |
| Αόριστος | δεκάτισα | δεκάτισες | δεκάτισε | δεκατίσαμε | δεκατίσατε | δεκάτισαν / δεκατίσαν / δεκατίσανε |
| Μέλλοντας | θα δεκατίζω / θα δεκατίσω | θα δεκατίζεις / θα δεκατίσεις | θα δεκατίζει / θα δεκατίσει | θα δεκατίζουμε / θα δεκατίσουμε | θα δεκατίζετε / θα δεκατίσετε | θα δεκατίζουν / θα δεκατίζουνε / θα δεκατίσουν / θα δεκατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δεκατίσει | έχεις δεκατίσει | έχει δεκατίσει | έχουμε δεκατίσει | έχετε δεκατίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δεκατίσει | είχες δεκατίσει | είχε δεκατίσει | είχαμε δεκατίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δεκατίσει / να δεκατίζω / να δεκατίσω | να έχεις δεκατίσει / να δεκατίζεις / να δεκατίσεις | να έχει δεκατίσει / να δεκατίζει / να δεκατίσει | να έχουμε δεκατίσει / να δεκατίζουμε / να δεκατίσουμε | να έχετε δεκατίσει / να δεκατίζετε / να δεκατίσετε | να δεκατίζουν / να δεκατίζουνε / να δεκατίσουν / να δεκατίσουνε |
| Προστακτική | — | δεκάτιζε / δεκάτισε | — | — | δεκατίζετε / δεκατίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →