Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δελταπτέρυγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πτητικό μέσοπου το σχήμα του με τα πτερά του μοιάζει με γράμμα δέλτα (Δ) Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδελταπτέρυγο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δελταπτέρυγος < δέλτα + πτερύγιο + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική delta wing)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδελταπτέρυγοςδελταπτέρυγηδελταπτέρυγο
Γενικήδελταπτέρυγουδελταπτέρυγηςδελταπτέρυγου
Αιτιατικήδελταπτέρυγοδελταπτέρυγηδελταπτέρυγο
Κλητικήδελταπτέρυγεδελταπτέρυγηδελταπτέρυγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδελταπτέρυγοιδελταπτέρυγεςδελταπτέρυγα
Γενικήδελταπτέρυγωνδελταπτέρυγωνδελταπτέρυγων
Αιτιατικήδελταπτέρυγουςδελταπτέρυγεςδελταπτέρυγα
Κλητικήδελταπτέρυγοιδελταπτέρυγεςδελταπτέρυγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →