δελταπτέρυγος
•
- για πτητικό μέσοπου το σχήμα του με τα πτερά του μοιάζει με γράμμα δέλτα (Δ) Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδελταπτέρυγο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δελταπτέρυγος < δέλτα + πτερύγιο + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική delta wing)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δελταπτέρυγος | δελταπτέρυγη | δελταπτέρυγο |
| Γενική | δελταπτέρυγου | δελταπτέρυγης | δελταπτέρυγου |
| Αιτιατική | δελταπτέρυγο | δελταπτέρυγη | δελταπτέρυγο |
| Κλητική | δελταπτέρυγε | δελταπτέρυγη | δελταπτέρυγο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δελταπτέρυγοι | δελταπτέρυγες | δελταπτέρυγα |
| Γενική | δελταπτέρυγων | δελταπτέρυγων | δελταπτέρυγων |
| Αιτιατική | δελταπτέρυγους | δελταπτέρυγες | δελταπτέρυγα |
| Κλητική | δελταπτέρυγοι | δελταπτέρυγες | δελταπτέρυγα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →