Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φτερό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ορνιθολογίατο καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα Βικιλεξικό
    • Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
  2. στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις Βικιλεξικό
  3. εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών Βικιλεξικό
  4. καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων Βικιλεξικό
  5. στο αυτοκίνητοτο μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών Βικιλεξικό
  6. αθλητισμόςκατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη Βικιλεξικό
  7. αθλητισμόςτο χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φτερό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτερό(ν) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτερόν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφτερόφτερά
Γενικήφτερούφτερών
Αιτιατικήφτερόφτερά
Κλητικήφτερόφτερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →