φτερό
•
- ορνιθολογίατο καθένα από τα δύο μέλη (άνω άκρα) του σώματος των πτηνών και τα αντίστοιχα αρκετών εντόμων που χρησιμεύουν στο πέταγμα Βικιλεξικό
- Κάποιος απ' αυτούς, ο πιο μπρατσωμένος, σκύβει κι απλώνοντας τις χερούκλες του τη σηκώνει σαν φτερό και την ανεβάζει πάνω. «Ζήτω η μεγάλη μας Μαρίκα !» φωνάζει κάποιος από τις πρώτες σειρές […]
- στέλεχος του φτερού πουλιού με αρκετές διακλαδώσεις Βικιλεξικό
- εργαλείο ξεσκονίσματος που αποτελείται συνήθως από φτερά ή απομιμήσεις φτερών Βικιλεξικό
- καθετί που μοιάζει ή που λειτουργεί ως φτερό ή πτερύγιο, ιδίως οι πτέρυγες των αεροπλάνων Βικιλεξικό
- στο αυτοκίνητοτο μεταλλικό προστατευτικό κάλυμμα των τροχών Βικιλεξικό
- αθλητισμόςκατηγορία στην πυγμαχία και στην πάλη Βικιλεξικό
- αθλητισμόςτο χαρακτηριστικό μπαλάκι του μπάντμιντον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
φτερό < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φτερό(ν) < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πτερόν
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φτερό | φτερά |
| Γενική | φτερού | φτερών |
| Αιτιατική | φτερό | φτερά |
| Κλητική | φτερό | φτερά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →