δεξιοτεχνία
•
- το να είναι κάποιος δεξιοτέχνης, η ιδιότητα του δεξιοτέχνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεξιοτεχνία < δεξιοτέχνης + -ία < δεξιός + -ο- + τέχνη + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεξιοτεχνία | δεξιοτεχνίες |
| Γενική | δεξιοτεχνίας | δεξιοτεχνιών |
| Αιτιατική | δεξιοτεχνία | δεξιοτεχνίες |
| Κλητική | δεξιοτεχνία | δεξιοτεχνίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →