δεξιοτέχνης
•
- μουσικός που έχει αναπτύξει μεγάλη ικανότητα και επιδεξιότητα στο παίξιμο ενός μουσικού οργάνου Βικιλεξικό
- αυτός που έχει αναπτύξει μεγάλη ικανότητα και επιδεξιότητα σε κάποια τέχνη, άθλημα ή άλλη δραστηριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δεξιοτέχνης < δεξι(ός) + -ο- + τέχνη + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δεξιοτέχνης | δεξιοτέχνες |
| Γενική | δεξιοτέχνη | δεξιοτεχνών |
| Αιτιατική | δεξιοτέχνη | δεξιοτέχνες |
| Κλητική | δεξιοτέχνη | δεξιοτέχνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →