Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεξιοτεχνικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη δεξιοτεχνία ή τον δεξιοτέχνη ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
    • Ο δεξιοτεχνικός χειρονομιακός του κώδικας, η εκφραστικότητα του προσώπου και του σώματός του συμπυκνώνουν τον τρόμο ενώπιον των «άλλων», με μια μελετημένη αποστασιοποίηση, που αποφεύγει εσκεμμένα τη συγκίνηση.

Ετυμολογία

δεξιοτεχνικός < δεξιοτέχνης / δεξιοτεχνία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεξιοτεχνικόςδεξιοτεχνικήδεξιοτεχνικό
Γενικήδεξιοτεχνικούδεξιοτεχνικήςδεξιοτεχνικού
Αιτιατικήδεξιοτεχνικόδεξιοτεχνικήδεξιοτεχνικό
Κλητικήδεξιοτεχνικέδεξιοτεχνικήδεξιοτεχνικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδεξιοτεχνικοίδεξιοτεχνικέςδεξιοτεχνικά
Γενικήδεξιοτεχνικώνδεξιοτεχνικώνδεξιοτεχνικών
Αιτιατικήδεξιοτεχνικούςδεξιοτεχνικέςδεξιοτεχνικά
Κλητικήδεξιοτεχνικοίδεξιοτεχνικέςδεξιοτεχνικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →