Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δεσμευθείς

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που δεσμεύθηκε για συγκεκριμένη χρήση, που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλο σκοπό (στη νεοελληνική χρησιμοποιείται κυριως για υλικά και άψυχα, σπανίως για έμψυχα) Βικιλεξικό
    • οι δεσμευθείσες δόσεις
    • οι δεσμευθέντες πόροι / λογαριασμοί
  2. που δεσμεύθηκε για να κατασχεθεί και πιθανόν να καταστραφεί Βικιλεξικό
    • οι δεσμευθείσες ποσότητες αλλοιωμένων τροφίμων

Ετυμολογία

δεσμευθείς < λόγια μετοχή παθητικού αορίστου του ρήματος δεσμεύω

Άλλοι τύποι

δεσμευθένδεσμευθένταδεσμευθέντεςδεσμευθέντοςδεσμευθέντωνδεσμευθείςδεσμευθείσαδεσμευθείσαςδεσμευθείσεςδεσμευθείσηςδεσμευθεισών

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →