Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δευτερεύων

/ðe.fteˈɾe.von/ρήμα, αρσενικό
•
  1. που βρίσκεται σε δεύτερη θέση, ο λιγότερος σημαντικός, ο μη καθοριστικός, ο επουσιώδης Βικιλεξικό
    • δευτερεύων ρόλος / λόγος
    • δευτερεύουσα αιτία / σημασία
    • δευτερεύον γεγονός / αποτέλεσμα
  2. που συμπληρώνει κάποιον, ο πρόσθετος, που διαδραματίζει βοηθητικό ρόλο, ο επικουρικός Βικιλεξικό
    • δευτερεύον νόημα / στοιχείο
  3. γραμματικήδευτερεύουσα πρόταση : η πρόταση που προσδιορίζει επιρρηματικά (εκφράζοντας χρόνο, αιτία, σκοπό κ.λπ) ή συμπληρώνει νοηματικά το περιεχόμενο ή ένα όρο μιας άλλης πρότασης, από όπου και εξαρτάται Βικιλεξικό
  4. που αναπληρώνει το διαβαστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δευτερεύων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δευτερεύω (αρχαία ελληνική) < δεύτερος

Άλλοι τύποι

δευτερευουσώνδευτερευούσηςδευτερευόντωνδευτερεύονδευτερεύονταδευτερεύονταςδευτερεύοντεςδευτερεύοντοςδευτερεύουσαδευτερεύουσαςδευτερεύουσεςδευτερεύων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →