δευτερεύων
•
- που βρίσκεται σε δεύτερη θέση, ο λιγότερος σημαντικός, ο μη καθοριστικός, ο επουσιώδης Βικιλεξικό
- δευτερεύων ρόλος / λόγος
- δευτερεύουσα αιτία / σημασία
- δευτερεύον γεγονός / αποτέλεσμα
- που συμπληρώνει κάποιον, ο πρόσθετος, που διαδραματίζει βοηθητικό ρόλο, ο επικουρικός Βικιλεξικό
- δευτερεύον νόημα / στοιχείο
- γραμματικήδευτερεύουσα πρόταση : η πρόταση που προσδιορίζει επιρρηματικά (εκφράζοντας χρόνο, αιτία, σκοπό κ.λπ) ή συμπληρώνει νοηματικά το περιεχόμενο ή ένα όρο μιας άλλης πρότασης, από όπου και εξαρτάται Βικιλεξικό
- που αναπληρώνει το διαβαστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δευτερεύων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δευτερεύω (αρχαία ελληνική) < δεύτερος
Άλλοι τύποι
δευτερευουσώνδευτερευούσηςδευτερευόντωνδευτερεύονδευτερεύονταδευτερεύονταςδευτερεύοντεςδευτερεύοντοςδευτερεύουσαδευτερεύουσαςδευτερεύουσεςδευτερεύων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →