Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πρόγραμμα

/ˈpɾo.ɣɾa.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. προγραμματισμός, καταγραφή και γνωστοποίηση κάποιων ενεργειών, εκδηλώσεων κ.λπ. που πρόκειται να συμβούν ή να γίνουν Βικιλεξικό
    • Το άρθρο του αυτό, όπως έγραψα αλλού (ΙΔΑΣ, έκδοση Γραμμάτων, 1916) είναι «το προσκέδιο, το πρόγραμμα, το πρώτο κύτταρο της κατοπινής του εργασίας. (Δ.Π. Ταγκόπουλος, πρόλογος στο έργο του Ίωνα Δραγούμη Στὴν Πόλι (στη Βικιθήκη [σε μονοτονικό]), 1904. Το παράθεμα τού 1916, στο τεύχος Ίδας (Ίων Δραγούμης) @anemi, σε 2η έκδοση του 1918, σελ.10)
  2. το έντυπο στο οποίο καταγράφονται τέτοιες πληροφορίες Βικιλεξικό
  3. συστηματική προσπάθεια και μέθοδος Βικιλεξικό
    • Διαβάζει με πρόγραμμα, με σύστημα.
  4. μηχανολογίαη προγραμματισμένη εκ των προτέρων εκτέλεση κάποιων εργασιών και ενεργειών μιας ηλεκτρομηχανικής κατασκευής, χωρίς την εκ των υστέρων παρέμβαση (π.χ. πλυντήριο ρούχων) Βικιλεξικό
  5. πληροφορικήειδικό λογισμικό ηλεκτρονικού υπολογιστή, που έχει γραφεί σε κάποια γλώσσα προγραμματισμού και βοηθάει τον χρήστη του σε κάποια εργασία του Βικιλεξικό
  6. πληροφορικήσύνολο συμβολικών εντολών κατάλληλα διατεταγμένων ώστε να οδηγήσουν προγραμματιζόμενη ηλεκτρονική συσκευή στην εκτέλεση συγκεκριμένης εργασίας (π.χ. Η/Υ, μικροελεγκτής, κλπ) Βικιλεξικό
    • γλώσσα προγραμματισμού

Ετυμολογία

πρόγραμμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόγραμμα < προγράφω < πρό + γράφω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική programme)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπρόγραμμαπρογράμματα
Γενικήπρογράμματοςπρογραμμάτων
Αιτιατικήπρόγραμμαπρογράμματα
Κλητικήπρόγραμμαπρογράμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →