Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δηκτικός

/ði.ktiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου δαγκώνει, δαγκωνιάρης Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου θίγει, που πειράζει, που προκαλεί λόγω της οξύτητάς του Βικιλεξικό
    • δηκτικός λόγος, δηκτικός υπαινιγμός

Ετυμολογία

δηκτικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δηκτικός < δάκνω (δαγκώνω)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδηκτικόςδηκτικήδηκτικό
Γενικήδηκτικούδηκτικήςδηκτικού
Αιτιατικήδηκτικόδηκτικήδηκτικό
Κλητικήδηκτικέδηκτικήδηκτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδηκτικοίδηκτικέςδηκτικά
Γενικήδηκτικώνδηκτικώνδηκτικών
Αιτιατικήδηκτικούςδηκτικέςδηκτικά
Κλητικήδηκτικοίδηκτικέςδηκτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →