δηλοποιώ
•
- σπάνιοανακοινώνω, γνωστοποιώ, δείχνω, φανερώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δηλοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δηλοποιῶ, συνηρημένος τύπος του δηλοποιέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δηλοποιώ | δηλοποιείς | δηλοποιεί | δηλοποιούμε | δηλοποιείτε | δηλοποιούν / δηλοποιούνε |
| Παρατατικός | δηλοποιούσα | δηλοποιούσες | δηλοποιούσε | δηλοποιούσαμε | δηλοποιούσατε | δηλοποιούσαν / δηλοποιούσανε |
| Αόριστος | δηλοποίησα | δηλοποίησες | δηλοποίησε | δηλοποιήσαμε | δηλοποιήσατε | δηλοποίησαν / δηλοποιήσαν / δηλοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα δηλοποιήσω / θα δηλοποιώ | θα δηλοποιήσεις / θα δηλοποιείς | θα δηλοποιήσει / θα δηλοποιεί | θα δηλοποιήσουμε / θα δηλοποιούμε | θα δηλοποιήσετε / θα δηλοποιείτε | θα δηλοποιήσουν / θα δηλοποιήσουνε / θα δηλοποιούν / θα δηλοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω δηλοποιήσει | έχεις δηλοποιήσει | έχει δηλοποιήσει | έχουμε δηλοποιήσει | έχετε δηλοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δηλοποιήσει | είχες δηλοποιήσει | είχε δηλοποιήσει | είχαμε δηλοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δηλοποιήσει / να δηλοποιήσω / να δηλοποιώ | να έχεις δηλοποιήσει / να δηλοποιήσεις / να δηλοποιείς | να έχει δηλοποιήσει / να δηλοποιήσει / να δηλοποιεί | να έχουμε δηλοποιήσει / να δηλοποιήσουμε / να δηλοποιούμε | να έχετε δηλοποιήσει / να δηλοποιήσετε / να δηλοποιείτε | να δηλοποιήσουν / να δηλοποιήσουνε / να δηλοποιούν / να δηλοποιούνε |
| Προστακτική | — | δηλοποίει / δηλοποίησε | — | — | δηλοποιήστε / δηλοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →