Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημαρχεύω

/ði.maɾˈçe.vo/ρήμα
•
  1. εκτελώ χρέη δημάρχου, όταν αυτός απουσιάζει ή δεν υπάρχει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημαρχεύω < δήμαρχ(ος) + -εύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδημαρχεύωδημαρχεύειςδημαρχεύειδημαρχεύουμεδημαρχεύετεδημαρχεύουν / δημαρχεύουνε
Παρατατικόςδημάρχευαδημάρχευεςδημάρχευεδημαρχεύαμεδημαρχεύατεδημάρχευαν / δημαρχεύαν / δημαρχεύανε
Αόριστοςδημάρχευσαδημάρχευσεςδημάρχευσεδημαρχεύσαμεδημαρχεύσατεδημάρχευσαν / δημαρχεύσαν / δημαρχεύσανε
Μέλλονταςθα δημαρχεύσω / θα δημαρχεύωθα δημαρχεύεις / θα δημαρχεύσειςθα δημαρχεύει / θα δημαρχεύσειθα δημαρχεύουμε / θα δημαρχεύσουμεθα δημαρχεύετε / θα δημαρχεύσετεθα δημαρχεύουν / θα δημαρχεύουνε / θα δημαρχεύσουν / θα δημαρχεύσουνε
Παρακείμενοςέχω δημαρχεύσειέχεις δημαρχεύσειέχει δημαρχεύσειέχουμε δημαρχεύσειέχετε δημαρχεύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δημαρχεύσειείχες δημαρχεύσειείχε δημαρχεύσειείχαμε δημαρχεύσει——
Υποτακτικήνα έχω δημαρχεύσει / να δημαρχεύσω / να δημαρχεύωνα έχεις δημαρχεύσει / να δημαρχεύεις / να δημαρχεύσειςνα έχει δημαρχεύσει / να δημαρχεύει / να δημαρχεύσεινα έχουμε δημαρχεύσει / να δημαρχεύουμε / να δημαρχεύσουμενα έχετε δημαρχεύσει / να δημαρχεύετε / να δημαρχεύσετενα δημαρχεύουν / να δημαρχεύουνε / να δημαρχεύσουν / να δημαρχεύσουνε
Προστακτική—δημάρχευε / δημάρχευσε——δημαρχεύετε / δημαρχεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →