δημαρχεύω
•
- εκτελώ χρέη δημάρχου, όταν αυτός απουσιάζει ή δεν υπάρχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημαρχεύω < δήμαρχ(ος) + -εύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημαρχεύω | δημαρχεύεις | δημαρχεύει | δημαρχεύουμε | δημαρχεύετε | δημαρχεύουν / δημαρχεύουνε |
| Παρατατικός | δημάρχευα | δημάρχευες | δημάρχευε | δημαρχεύαμε | δημαρχεύατε | δημάρχευαν / δημαρχεύαν / δημαρχεύανε |
| Αόριστος | δημάρχευσα | δημάρχευσες | δημάρχευσε | δημαρχεύσαμε | δημαρχεύσατε | δημάρχευσαν / δημαρχεύσαν / δημαρχεύσανε |
| Μέλλοντας | θα δημαρχεύσω / θα δημαρχεύω | θα δημαρχεύεις / θα δημαρχεύσεις | θα δημαρχεύει / θα δημαρχεύσει | θα δημαρχεύουμε / θα δημαρχεύσουμε | θα δημαρχεύετε / θα δημαρχεύσετε | θα δημαρχεύουν / θα δημαρχεύουνε / θα δημαρχεύσουν / θα δημαρχεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δημαρχεύσει | έχεις δημαρχεύσει | έχει δημαρχεύσει | έχουμε δημαρχεύσει | έχετε δημαρχεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημαρχεύσει | είχες δημαρχεύσει | είχε δημαρχεύσει | είχαμε δημαρχεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δημαρχεύσει / να δημαρχεύσω / να δημαρχεύω | να έχεις δημαρχεύσει / να δημαρχεύεις / να δημαρχεύσεις | να έχει δημαρχεύσει / να δημαρχεύει / να δημαρχεύσει | να έχουμε δημαρχεύσει / να δημαρχεύουμε / να δημαρχεύσουμε | να έχετε δημαρχεύσει / να δημαρχεύετε / να δημαρχεύσετε | να δημαρχεύουν / να δημαρχεύουνε / να δημαρχεύσουν / να δημαρχεύσουνε |
| Προστακτική | — | δημάρχευε / δημάρχευσε | — | — | δημαρχεύετε / δημαρχεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →