δημαρχεύων
•
- λόγιο, που αναπληρώνει τον δήμαρχο, ο εκτελών χρέη δημάρχου Βικιλεξικό
- ανέλαβε το θέμα ο δημαρχεύων αντιδήμαρχος, καθώς ο δήμαρχος ήταν άρρωστος
- λόγιοείμαι δήμαρχος, στο διάστημα που είμαι δήμαρχος Βικιλεξικό
- το κτίριο θεμελιώθηκε δημαρχεύοντος του Χ
Ετυμολογία
δημαρχεύων < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δημαρχεύω. Και ουσιαστικοποιημένο. Δείτε και το αρχαίο δημαρχέω/δημαρχῶ
Άλλοι τύποι
δημαρχευουσώνδημαρχευούσηςδημαρχευόντωνδημαρχεύονδημαρχεύονταδημαρχεύονταςδημαρχεύοντεςδημαρχεύοντοςδημαρχεύουσαδημαρχεύουσαςδημαρχεύουσεςδημαρχεύων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →