Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημοκρίτειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον Δημόκριτο ή αναφέρεται σʼ αυτόν Βικιλεξικό
  2. που έχει σχέση με το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης ή αναφέρεται σʼ αυτό Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοδημοκρίτειο / Δημοκρίτειο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δημοκρίτειος < ελληνιστική κοινή Δημοκρίτειος < αρχαία ελληνική Δημόκριτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοκρίτειοςδημοκρίτειαδημοκρίτειο
Γενικήδημοκρίτειουδημοκρίτειαςδημοκρίτειου
Αιτιατικήδημοκρίτειοδημοκρίτειαδημοκρίτειο
Κλητικήδημοκρίτειεδημοκρίτειαδημοκρίτειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημοκρίτειοιδημοκρίτειεςδημοκρίτεια
Γενικήδημοκρίτειωνδημοκρίτειωνδημοκρίτειων
Αιτιατικήδημοκρίτειουςδημοκρίτειεςδημοκρίτεια
Κλητικήδημοκρίτειοιδημοκρίτειεςδημοκρίτεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →