δημοσιολόγος
•
- ο (έγκυρος) σχολιαστής και αναλυτής θεμάτων που άπτονται των σχέσεων κράτους και πολίτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δημοσιολόγος < δημόσι(ος) + -ο- + -λόγος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική publiciste. Δείτε και δημοσιογράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δημοσιολόγος | δημοσιολόγοι |
| Γενική | δημοσιολόγου | δημοσιολόγων |
| Αιτιατική | δημοσιολόγο | δημοσιολόγους |
| Κλητική | δημοσιολόγε | δημοσιολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →