Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δημόσιος

/ðiˈmo.si.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. κάποιος που προορίζεται για τον λαό Βικιλεξικό
    • αυτό είναι ένα δημόσιο πάρκο
  2. μπροστά σε κοινό Βικιλεξικό
    • έκανε δημόσια δήλωση

Ετυμολογία

δημόσιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δημόσιος (κοινός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημόσιοςδημοσία / δημόσι'α / δημόσιαδημόσιο
Γενικήδημοσίου / δημόσιουδημοσίας / δημόσιαςδημοσίου / δημόσιου
Αιτιατικήδημόσιοδημοσία / δημόσιαδημόσιο
Κλητικήδημόσιεδημόσιαδημόσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδημόσιοιδημόσιεςδημόσια
Γενικήδημοσίων / δημόσιωνδημοσίων / δημόσιωνδημοσίων / δημόσιων
Αιτιατικήδημοσίους / δημόσιουςδημόσιεςδημόσια
Κλητικήδημόσιοιδημόσιεςδημόσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →