δημοσιοποιώ
•
- ανακοινώνω κάτι δημοσίως, κάνω κάτι γνωστό στο ευρύ κοινό Βικιλεξικό
- Παρουσιάζεται παντοῦ, ἔχει γνώμη γιὰ ὅλα, δημοσιοποιεῖ τὴν προσωπικὴ ζωή του, διοχετεύει στὴν δημοσιότητα πτυχὲς πραγμάτων ποὺ τὸν συμφέρουν, συνδυάζει καταστροφική ἐπιπολαιότητα καὶ κινητικότητα, ἐξάπτει τὴν παραδημοσιογραφία καὶ τελικὰ χαμηλώνει τὴν πολιτικὴ πράξη σὲ ἐπίπεδο κουτσομπολιοῦ, «διαρροῶν» καὶ παντοειδῶν «καρφωμάτων». (Ευθύνη, τεύχος 225, Βιβλιοπωλείο Οι Εκδόσεις των Φίλων, 1990)
Ετυμολογία
δημοσιοποιώ < δημόσιος + + -ο- + ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική publier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δημοσιοποιώ | δημοσιοποιείς | δημοσιοποιεί | δημοσιοποιούμε | δημοσιοποιείτε | δημοσιοποιούν / δημοσιοποιούνε |
| Παρατατικός | δημοσιοποιούσα | δημοσιοποιούσες | δημοσιοποιούσε | δημοσιοποιούσαμε | δημοσιοποιούσατε | δημοσιοποιούσαν / δημοσιοποιούσανε |
| Αόριστος | δημοσιοποίησα | δημοσιοποίησες | δημοσιοποίησε | δημοσιοποιήσαμε | δημοσιοποιήσατε | δημοσιοποίησαν / δημοσιοποιήσαν / δημοσιοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα δημοσιοποιήσω / θα δημοσιοποιώ | θα δημοσιοποιήσεις / θα δημοσιοποιείς | θα δημοσιοποιήσει / θα δημοσιοποιεί | θα δημοσιοποιήσουμε / θα δημοσιοποιούμε | θα δημοσιοποιήσετε / θα δημοσιοποιείτε | θα δημοσιοποιήσουν / θα δημοσιοποιήσουνε / θα δημοσιοποιούν / θα δημοσιοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω δημοσιοποιήσει | έχεις δημοσιοποιήσει | έχει δημοσιοποιήσει | έχουμε δημοσιοποιήσει | έχετε δημοσιοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δημοσιοποιήσει | είχες δημοσιοποιήσει | είχε δημοσιοποιήσει | είχαμε δημοσιοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δημοσιοποιήσει / να δημοσιοποιήσω / να δημοσιοποιώ | να έχεις δημοσιοποιήσει / να δημοσιοποιήσεις / να δημοσιοποιείς | να έχει δημοσιοποιήσει / να δημοσιοποιήσει / να δημοσιοποιεί | να έχουμε δημοσιοποιήσει / να δημοσιοποιήσουμε / να δημοσιοποιούμε | να έχετε δημοσιοποιήσει / να δημοσιοποιήσετε / να δημοσιοποιείτε | να δημοσιοποιήσουν / να δημοσιοποιήσουνε / να δημοσιοποιούν / να δημοσιοποιούνε |
| Προστακτική | — | δημοσιοποίει / δημοσιοποίησε | — | — | δημοσιοποιήστε / δημοσιοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →