Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάβαση

/ˈði̯a.va.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του διαβαίνω, το πέρασμα Βικιλεξικό
    • Η διάβαση του ποταμού ήταν δύσκολη σ' αυτό το σημείο.
    • Ο κοινοτικός σύμβουλος Αβδέλλης Ζήσης Βέρρος3 στις 19-5-35 απευθυνόμενος στον Έπαρχο Γρεβενών ως πρόεδρο του Ε.Τ.Ε.Ο (Επαρχιακό Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας) Γρεβενών αναφέρει ότι την κοινότητα Αβδέλλης διαρρέει ορμητικός ποταμός, σχηματιζόμενος από τα γύρω βουνά ο οποίος καθίσταται δύσβατος, κύρια την άνοιξη που οι χιόνες τήκονται και το φθινόπωρο με τις βροχές με αποτέλεσμα η διάβαση για πολλές ημέρες καθίσταται αδύνατος. (Αβδέλλα Γρεβενών – Από το βιβλίο του Βασίλη Αποστόλου «ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΓΡΕΒΕΝΩΝ», grevenamedia.gr, 19/5/2017 https://grevenamedia.gr/avdella-grevenon-apo-to-vivlio-tou-vasili-apostolou-ikismi-grevenon/)
  2. το μέρος που επιτρέπει σε κάποιον να περάσει από ένα σημείο σε ένα άλλο Βικιλεξικό
    • κατασκευή υπέργειας / υπόγειας διάβασης πεζών
  3. αστρονομίαφαινόμενο που δίνει την εντύπωση στον επίγειο παρατηρητή πως ένα ουράνιο σώμα διέρχεται μπροστά από τον δίσκο ενός άλλου, μεγαλύτερου Βικιλεξικό
    • η διάβαση της Αφροδίτης / του Ερμή μπροστά από τον Ήλιο

Ετυμολογία

διάβαση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάβα(σις) + -ση < διά- + βαίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάβασηδιαβάσεις
Γενικήδιάβασηςδιαβάσεων
Αιτιατικήδιάβασηδιαβάσεις
Κλητικήδιάβασηδιαβάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →