διάβολος
•
- ο Εωσφόρος, αυτός που προσπαθεί να διαβάλλει τον Θεό στους ανθρώπους, το πνεύμα του κακού, ο αρχηγός των δαιμόνων Βικιλεξικό
- Ξέρεις ἀφέντη, μιά φορά, σάν 'μουλεγε ὁ παπούς μου, ἦτον εὐχαριστημένοι οἱ ἄνθρωποι νὰ χάσουν ἑκατὸ ἢ καὶ διακόσια σκοῦδα· παρὰ νὰ δώσουν ἕνα ὅρκον, τώρα ὅμως ἂν ἐξοδεύσῃς τὰ διακόσια σκοῦδα εὑρίσκεις ἑκατὸν μάρτυρας, οἵτινες δύνανται νὰ ὀρκισθῶσιν, ὅτι ὁ διάβολος μαγειρεύει πολέντα. (Διονύσιος Μονδινός, Ο εξόριστος ή η μαιλανή αίθουσα, ιστόρημα, έκδοσις δευτέρα, Πάτρα, τυπογραφείο και βιβλιοπωλείο Ευσταθίου Π. Χριστοδούλου, 1866, σελ. 42)
- μεταφορικάάνθρωπος που ασκεί τις ικανότητές του για να πετύχει το κακό Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος πανέξυπνος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάβολος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή διάβολος (αρχαία σημασία: συκοφάντης). διά- + βολ-(ή) (βάλλω) + -ος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάβολος | διάβολοι / διαβόλοι |
| Γενική | διάβολου / διαβόλου | διαβόλων |
| Αιτιατική | διάβολο | διαβόλους |
| Κλητική | διάβολε | διάβολοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →