διαβολάκος
•
- μικρός δαίμονας, κάτι που μας ταλαιπωρεί Βικιλεξικό
- ένα άτακτο παιδί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαβολάκος < διάβολ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διαβολάκος | διαβολάκοι |
| Γενική | διαβολάκου | διαβολάκων |
| Αιτιατική | διαβολάκο | διαβολάκους |
| Κλητική | διαβολάκο | διαβολάκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →