διάγραμμα
•
- γραφική απεικόνιση συσχέτισης μεγεθών (συχνά στην πορεία του χρόνου ή που αφορά χωροταξική ανάπτυξη) Βικιλεξικό
- γραφική απεικόνιση μηχανισμού ή ιδέας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάγραμμα < αρχαία ελληνική
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάγραμμα | διαγράμματα |
| Γενική | διαγράμματος | διαγραμμάτων |
| Αιτιατική | διάγραμμα | διαγράμματα |
| Κλητική | διάγραμμα | διαγράμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →