διαγράφω
•
- σβήνω ένα τμήμα κειμένου είτε τελείως είτε χαράζοντας πάνω του μια οριζόντια γραμμή, ένα Χ ή άλλο σύμβολο Βικιλεξικό
- στερώ από κάποιον την ιδιότητα του μέλους (μιας ένωσης, κόμματος, κοινοβουλευτικής ομάδας κ.λπ.) Βικιλεξικό
- θεωρώ οριστικά χαμένο κάτι και παύω να το διεκδικώ ή να με ενδιαφέρει από άποψη συναισθηματική, οικονομική ή άλλη Βικιλεξικό
- σχηματίζω μια νοητή γραμμή (τροχιά) καθώς κινούμαι Βικιλεξικό
- Ίσως αυτή η άνεση να οφειλόταν και στο σπορτίφ ντύσιμό του. Κοίταξε τις χειροποίητες μπότες του και το παντελόνι ιππασίας, που στένευε στα γόνατά του αφήνοντας να διαγραφούν απαλά οι μύες των μηρών του (Βαρβάρα-Ρίτα Αθανασιάδου, Ρώμη, Τo Πορτρέτο ενός Αγνώστου, AA Publishing, 2019)
- παρουσιάζω τις βασικές γραμμές ενός σχεδίου Βικιλεξικό
- δείτε και το παθητικό διαγράφομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαγράφω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαγράφω < δια- + γράφω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαγράφω | διαγράφεις | διαγράφει | διαγράφουμε | διαγράφετε | διαγράφουν / διαγράφουνε |
| Παρατατικός | διέγραφα | διέγραφες | διέγραφε | διαγράφαμε | διαγράφατε | διέγραφαν / διαγράφαν / διαγράφανε |
| Αόριστος | διέγραψα | διέγραψες | διέγραψε | διαγράψαμε | διαγράψατε | διέγραψαν / διαγράψαν / διαγράψανε |
| Μέλλοντας | θα διαγράφω / θα διαγράψω | θα διαγράφεις / θα διαγράψεις | θα διαγράφει / θα διαγράψει | θα διαγράφουμε / θα διαγράψουμε | θα διαγράφετε / θα διαγράψετε | θα διαγράφουν / θα διαγράφουνε / θα διαγράψουν / θα διαγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαγράψει | έχεις διαγράψει | έχει διαγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαγράψει | είχες διαγράψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαγράψει / να διαγράφω / να διαγράψω | να έχεις διαγράψει / να διαγράφεις / να διαγράψεις | να έχει διαγράψει / να διαγράφει / να διαγράψει | να διαγράφουμε / να διαγράψουμε | να διαγράφετε / να διαγράψετε | να διαγράφουν / να διαγράφουνε / να διαγράψουν / να διαγράψουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαγραμμένο / διάγραφε / διάγραψε | — | — | διαγράφετε / διαγράψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαγράφομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →