διάδοση
•
- η ενέργεια με την οποία κάτι διαδίδεται Βικιλεξικό
- η διάδοση ψευδών ειδήσεων είναι παράνομη πράξη
- στον πληθυντικόαστήρικτες φήμες Βικιλεξικό
- αυτά είναι απλώς διαδόσεις, μη δίνεις σημασία
- η εξάπλωση Βικιλεξικό
- η διάδοση του νέου ιού της γρίπης
Ετυμολογία
διάδοση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάδο(σις) + -ση (αρχαία σημασία: διανομή) < αρχαία ελληνική διαδίδωμι < διά + δίδωμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάδοση | διαδόσεις |
| Γενική | διάδοσης | διαδόσεων |
| Αιτιατική | διάδοση | διαδόσεις |
| Κλητική | διάδοση | διαδόσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →