διαδίδω
•
- συμβάλλω στην μεταφορά κάποιου πράγματος και στην εξάπλωσή του σε πολλούς Βικιλεξικό
- συμβάλλω στο να γίνει κάτι γνωστό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαδίδω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διαδίδω < αρχαία ελληνική διαδίδωμι (δίνω από χέρι σε χέρι) < διά + δίδωμι. Συγχρονικά αναλύεται σε δια- + δίδω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαδίδω | διαδίδεις | διαδίδει | διαδίδουμε | διαδίδετε | διαδίδουν / διαδίδουνε |
| Παρατατικός | διέδιδα | διέδιδες | διέδιδε | διαδίδαμε | διαδίδατε | διέδιδαν / διαδίδαν / διαδίδανε |
| Αόριστος | διέδωσα | διέδωσες | διέδωσε | διαδώσαμε | διαδώσατε | διέδωσαν / διαδώσαν / διαδώσανε |
| Μέλλοντας | θα διαδίδω / θα διαδώσω | θα διαδίδεις / θα διαδώσεις | θα διαδίδει / θα διαδώσει | θα διαδίδουμε / θα διαδώσουμε | θα διαδίδετε / θα διαδώσετε | θα διαδίδουν / θα διαδίδουνε / θα διαδώσουν / θα διαδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαδώσει | έχεις διαδώσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαδώσει | είχες διαδώσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαδώσει / να διαδίδω / να διαδώσω | να έχεις διαδώσει / να διαδίδεις / να διαδώσεις | να διαδίδει / να διαδώσει | να διαδίδουμε / να διαδώσουμε | να διαδίδετε / να διαδώσετε | να διαδίδουν / να διαδίδουνε / να διαδώσουν / να διαδώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαδεδομένο / διάδιδε / διάδωσε | — | — | διαδίδετε / διαδώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαδόθηκαδιαδίδομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →