Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάζευξη

/ˈði̯a.zef.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ο χωρισμός και η διάλυση μιας ένωσης ή ενός γάμου Βικιλεξικό
  2. σχήμα λόγου με το οποίο παρατίθενται δύο διαφορετικές επιλογές και που η υιοθέτηση της μίας συνεπάγεται τον μερικό ή ολικό αποκλεισμό της άλλης Βικιλεξικό
  3. λογική, (στον προτασιακό λογισμό) συνήθως αναφέρεται στην μη αποκλειστική διάζευξη Βικιλεξικό
    • Δείτε επίσης: λογική διάζευξη στην Βικιπαίδεια
  4. λογικήη σύνθετη λογική πρόταση (διαζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∨ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διάζευξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάζευξις (χώρισμα) < διαζεύγνυμι, διά-ζευγ- + -σις > -ξις > -ξη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάζευξηδιαζεύξεις
Γενικήδιάζευξηςδιαζεύξεων
Αιτιατικήδιάζευξηδιαζεύξεις
Κλητικήδιάζευξηδιαζεύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →