διάζευξη
•
- ο χωρισμός και η διάλυση μιας ένωσης ή ενός γάμου Βικιλεξικό
- σχήμα λόγου με το οποίο παρατίθενται δύο διαφορετικές επιλογές και που η υιοθέτηση της μίας συνεπάγεται τον μερικό ή ολικό αποκλεισμό της άλλης Βικιλεξικό
- λογική, (στον προτασιακό λογισμό) συνήθως αναφέρεται στην μη αποκλειστική διάζευξη Βικιλεξικό
- Δείτε επίσης: λογική διάζευξη στην Βικιπαίδεια
- λογικήη σύνθετη λογική πρόταση (διαζευκτική πρόταση) που προκύπτει από το συνδυασμό δύο προτάσεων με τον λογικό τελεστή ∨ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάζευξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάζευξις (χώρισμα) < διαζεύγνυμι, διά-ζευγ- + -σις > -ξις > -ξη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάζευξη | διαζεύξεις |
| Γενική | διάζευξης | διαζεύξεων |
| Αιτιατική | διάζευξη | διαζεύξεις |
| Κλητική | διάζευξη | διαζεύξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →