διάζωμα
•
- θέατροδιάδρομος (συνήθως ημικυκλικός) που χωρίζει το τμήμα των κερκίδων ενός θεάτρου, σταδίου σε μέρη καθώς και καθένα απ' τα μέρη αυτά Βικιλεξικό
- αρχιτεκτονικήη ζωοφόρος Βικιλεξικό
- Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)
Ετυμολογία
διάζωμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάζωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάζωμα | διαζώματα |
| Γενική | διαζώματος | διαζωμάτων |
| Αιτιατική | διάζωμα | διαζώματα |
| Κλητική | διάζωμα | διαζώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →