ζώνη
•
- ενδυμασίαδερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μας αλλά και για άλλους λόγους, όπως διακοσμητικούς, θεραπευτικούς Βικιλεξικό
- οτιδήποτε μοιάζει με ζώνη ρούχου Βικιλεξικό
- έπαθλο ή διακριτικό αθλητών πολεμικών τεχνών Βικιλεξικό
- μαύρη ζώνη στο καράτε
- μεταφορικάπεριοχή στην οποία συμβαίνει ό,τι ορίζει ο επιθετικός προσδιορισμός Βικιλεξικό
- εμπόλεμη ζώνη
- μεταφορικάχρονική περίοδος Βικιλεξικό
- διαφημιστική ζώνη
- αστρονομία→ ζητούμενο λήμμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ζώνη < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ζώνη < ζώννυμι :* για σύγχρονους όρους τεχνολογίας < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλικά zone, γαλλική zone, γερμανική Zone < αρχαία ελληνική ζώνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ζώνη | ζώνες |
| Γενική | ζώνης | ζωνών |
| Αιτιατική | ζώνη | ζώνες |
| Κλητική | ζώνη | ζώνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →