Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάθλαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήη αλλαγή διεύθυνσης φωτεινών ακτίνων (ή ενός ηχητικού ή ηλεκτρομαγνητικού κύματος) όταν περνούν από ένα διάφανο μέσο σε άλλο, διαφορετικής πυκνότητας Βικιλεξικό
    • Ο δείκτης διάθλασης όλων των δειγμάτων μετρήθηκε με το διαθλασίμετρο του Abbé σε θερμοκρασία δωματίου (Χημικά Χρονικά, τόμοι 13-14, Επιστημονική Επιτροπή της Ένωσης Ελλήνων Χημικών, 1984)
    • με τη βοήθεια πινάκων μπορούμε να προβλέψουμε τον πιθανό αλκοολικό βαθμό με πολύ καλή προσέγγιση. Η σχετική ανακρίβεια της μεθόδου οφείλεται στην ύπαρξη και άλλων ενώσεων ικανών να προκαλέσουν τη διάθλαση του φωτός εκτός από την γλυκόζη και φρουκτόζη (Αργύρης Τσακίρης, Οινολογία: από το σταφύλι στο κρασί, εκδ. Τρόφιμα και Ποτά, 1988, σελ. 25)
    • η μελέτη του μας φωτίζει για τη διάθλαση πού κάθε ἀνθρώπινο βλέμμα ἐπιβάλλει στήν πραγματικότητα · ὀνομάζοντας ἕνα πράγμα , ὅσο ἀμέτοχος , ὅσο ἀμνήμονας κι ἄν θέλεις νά εἶσαι μπρός στό θέαμα, τό ὑποχρεώνεις σέ ἀλλαγή · περνώντας ἀπ ̓ τὴν ὕπαρξη στή γλωσσική διατύπωση τό συμβάν παθαίνει διάθλαση (Εποχές, τεύχη 1-8, 1963, σελ. 92)

Ετυμολογία

διάθλαση < διαθλώ + -ση < (ελληνιστική κοινή) / διαθλῶ < αρχαία ελληνική θλάω / θλῶ ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική refraction)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάθλασηδιαθλάσεις
Γενικήδιάθλασηςδιαθλάσεων
Αιτιατικήδιάθλασηδιαθλάσεις
Κλητικήδιάθλασηδιαθλάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →