διάλεκτος
•
- γλωσσολογίαγλωσσική ποικιλία που ομιλείται από μεγάλο αριθμό ομιλητών και διαφέρει σημαντικά από την κοινή γλώσσα, τόσο που οι διαφορές εμποδίζουν την κατανόηση από ομιλητές της γλώσσας που δεν προέρχονται από τη συγκεκριμένη περιοχή Βικιλεξικό
- Διαλέκτους θεωρούμε σήμερα την Ποντιακή (στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα ελληνικά της Κριμαίας - Μαριούπολης), την Καππαδοκική, την Τσακωνική και την Κατωιταλική. Όλες τις άλλες κατά τόπους διαφοροποιήσεις της Κοινής Νεοελληνικής τις ονομάζουμε ιδιώματα. Ειδικά, το κρητικό και το κυπριακό ιδίωμα τα ονομάζουμε, κατά παραχώρηση, διαλέκτους, αναγνωρίζοντας έτσι μια ενδιάμεση βαθμίδα γλωσσικής διαφοροποίησής τους.
- γενικότεραοι κατά τόπους μορφές μιας γλώσσας Βικιλεξικό
- Τις κατά τόπους μορφές της Νέας Ελληνικής γλώσσας τις ονομάζουμε κοινώς διαλέκτους, στη γλωσσική όμως επιστήμη γίνεται ειδικότερη διάκριση ανάμεσα σε διάλεκτο (όταν οι διαφορές της τοπικής γλωσσικής παραλλαγής από τη Κοινή Νεοελληνική είναι μεγάλες και τέτοιες που με δυσκολία παρακολουθεί το νόημα του λόγου ένας ομόγλωσσος που δεν είναι ντόπιος) και σε ιδίωμα (όταν οι διαφορές είναι μεν αισθητές, αλλά δεν δυσκολεύουν την κατανόηση των λεγομένων από τους ομόγλωσσους που δεν είναι ντόπιοι).
Ετυμολογία
διάλεκτος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα διάλεκτος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάλεκτος (κοινή γλώσσα) και σημασιολογικό δάνειο από την γαλλική dialecte, την αγγλική dialect και την γερμανική Dialekt. Μορφολογικά αναλύεται σε διά- + -λεκτος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάλεκτος | διάλεκτοι |
| Γενική | διάλεκτου / διαλέκτου | διάλεκτων / διαλέκτων |
| Αιτιατική | διάλεκτο | διάλεκτους / διαλέκτους |
| Κλητική | διάλεκτε / διάλεκτο | διάλεκτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →