Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διαλεκτολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου έχει σχέση με τη διαλεκτολογία ή τον διαλεκτολόγο ή αναφέρεται σʼ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

διαλεκτολογικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική dialectologique < αρχαία ελληνική διάλεκτος + λέγω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλεκτολογικόςδιαλεκτολογικήδιαλεκτολογικό
Γενικήδιαλεκτολογικούδιαλεκτολογικήςδιαλεκτολογικού
Αιτιατικήδιαλεκτολογικόδιαλεκτολογικήδιαλεκτολογικό
Κλητικήδιαλεκτολογικέδιαλεκτολογικήδιαλεκτολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιαλεκτολογικοίδιαλεκτολογικέςδιαλεκτολογικά
Γενικήδιαλεκτολογικώνδιαλεκτολογικώνδιαλεκτολογικών
Αιτιατικήδιαλεκτολογικούςδιαλεκτολογικέςδιαλεκτολογικά
Κλητικήδιαλεκτολογικοίδιαλεκτολογικέςδιαλεκτολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →