διάλυση
•
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του διαλύω Βικιλεξικό
- κοινάη νομική ή οικονομική λύση μιας επιχείρησης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάλυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάλυσις, (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dissolution)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάλυση | διαλύσεις |
| Γενική | διάλυσης | διαλύσεων |
| Αιτιατική | διάλυση | διαλύσεις |
| Κλητική | διάλυση | διαλύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →