διαλύω
•
- αναμιγνύω μια ουσία μέσα σε ένα υγρό και σχηματίζω ένα διάλυμα Βικιλεξικό
- αποσυναρμολογώ ένα αντικείμενο στα συστατικά του μέρη Βικιλεξικό
- καταστρέφω κάτι, προκαλώ σε αυτό πολύ μεγάλη φθορά, κατατσακίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διαλύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διαλύω < δια- + λύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διαλύω | διαλύεις | διαλύει | διαλύουμε | διαλύετε | διαλύουν / διαλύουνε |
| Παρατατικός | διέλυα | διέλυες | διέλυε | διαλύαμε | διαλύατε | διέλυαν / διαλύαν / διαλύανε |
| Αόριστος | διέλυσα | διέλυσες | διέλυσε | διαλύσαμε | διαλύσατε | διέλυσαν / διαλύσαν / διαλύσανε |
| Μέλλοντας | θα διαλύσω / θα διαλύω | θα διαλύεις / θα διαλύσεις | θα διαλύει / θα διαλύσει | θα διαλύουμε / θα διαλύσουμε | θα διαλύετε / θα διαλύσετε | θα διαλύουν / θα διαλύουνε / θα διαλύσουν / θα διαλύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διαλύσει | έχεις διαλύσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διαλύσει | είχες διαλύσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διαλύσει / να διαλύσω / να διαλύω | να έχεις διαλύσει / να διαλύεις / να διαλύσεις | να διαλύει / να διαλύσει | να διαλύουμε / να διαλύσουμε | να διαλύετε / να διαλύσετε | να διαλύουν / να διαλύουνε / να διαλύσουν / να διαλύσουνε |
| Προστακτική | — | έχε διαλυμένο / διάλυε / διάλυσε | — | — | διαλύετε / διαλύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διαλύθηκαδιαλύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →