Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάπλαση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος διαπλάθω Βικιλεξικό
    • η διάπλαση των νέων
  2. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος διαπλάθω Βικιλεξικό
    • κανονική σωματική διάπλαση

Ετυμολογία

διάπλαση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διάπλα(σις) + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδιάπλασηδιαπλάσεις
Γενικήδιάπλασηςδιαπλάσεων
Αιτιατικήδιάπλασηδιαπλάσεις
Κλητικήδιάπλασηδιαπλάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →