Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

διάσημος

/ˈði̯a.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γνωστός σε πάρα πολύ κόσμο Βικιλεξικό
    • Το καλό παιδί, που βλέπουμε να προτιμάνε οι γυναίκες στις ταινίες του Ξανθόπουλου, είναι το μεγαλύτερο ψέμα «ever» τον λένε και μαλάκα από πάνω. Μη σου πω και αδερφή. Και σε αυτόν, που 'ναι παρτάκιας αλλά είναι διάσημος ή φραγκάτος, του στήνονται στα τέσσερα στο άψε σβήσε (Δημήτρης Παπαδημητρίου, Μνήμες Σκοτεινά Αναδυόμενες, εκδ. Ακακία, 2013 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9C%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%82_%CE%A3%CE%BA%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BD%CE%AC_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CE%B4%CF%85/Jr60BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%AC%CE%BA%CE%B9%CE%B1%CF%82&pg=PT200&printsec=frontcover)
    • Φωτογράφημα καὶ πανομοιότυπον τῆς ἐπιγραφῆς ἐστάλησαν πρὸς τὸν καθηγητὴν Γεώργιον STEPHENS, τὸν διάσημον ἀρχαιοδίφην, ὅστις πλήρη ἔχων τὸν νοῦν του τῶν βορείων ἀρχαιοτήτων ἀπεφάνθη ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ συνίσταται ἐκ 12 ῥουνικῶν στίχων (Έσπερος: σύγγραμμα περιοδικόν μετά εικόνων δις του μηνός, 1884, σελ. 51)

Ετυμολογία

διάσημος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάσημος < διά + σῆμα

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάσημοςδιάσημηδιάσημο
Γενικήδιάσημουδιάσημηςδιάσημου
Αιτιατικήδιάσημοδιάσημηδιάσημο
Κλητικήδιάσημεδιάσημηδιάσημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδιάσημοιδιάσημεςδιάσημα
Γενικήδιάσημωνδιάσημωνδιάσημων
Αιτιατικήδιάσημουςδιάσημεςδιάσημα
Κλητικήδιάσημοιδιάσημεςδιάσημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →