διάστημα
•
- αόριστη ή συγκεκριμένη τοπική, χρονική ή τονική απόσταση Βικιλεξικό
- Μεταξύ των δύο εμφανίσεών της υπήρξε ένα διάστημα που δεν έκανε τίποτε.
- Μεταξύ των δύο εμφανίσεών της υπήρξε ένα διάστημα τριών χρόνων που δεν έκανε τίποτε.
- ειδικότεραη απόσταση που χρησιμοποιούμε για να διαχωρίσουμε δύο λέξεις, το κενό Βικιλεξικό
- οι δακτυλογράφοι παλιότερα, άφηναν ένα διάστημα μετά το κόμμα και δύο μετά την τελεία
- φυσικήτο υπόλοιπο, εκτός της Γης, σύμπαν Βικιλεξικό
- στο διάστημα υπάρχουν χιλιάδες αστέρια
- μουσικήη διαφορά ανάμεσα σε δυο τονικά ύψη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάστημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διάστημα :* για την αστρονομία > μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική espace < λατινική spatium
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάστημα | διαστήματα |
| Γενική | διαστήματος | διαστημάτων |
| Αιτιατική | διάστημα | διαστήματα |
| Κλητική | διάστημα | διαστήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →