διάττοντας
•
- αστρονομίαφωτεινό κινούμενο σημείο στον ουρανό που μοιάζει με αστέρι που λάμπει ξαφνικά και πέφτει προς τη Γη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διάττοντας < αρχαία ελληνική διᾴττων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος διᾴττω / διᾴσσω / διαΐσσω < ἀΐσσω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διάττοντας | διάττοντες |
| Γενική | διάττοντα | διαττόντων |
| Αιτιατική | διάττοντα | διάττοντες |
| Κλητική | διάττοντα | διάττοντες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →