διέγερση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεγείρω Βικιλεξικό
- Η μικροσκόπηση έγινε με μικροσκόπιο φθορισμού προσπίπτουσας ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε λυχνία Hg 50 W υπερυψηλής πίεσης με μπλε φίλτρο για παραγωγή ακτινοβολίας διέγερσης μήκους κύματος 390-490nm και αρχική μεγέθυνση 400χ (Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, τόμος 37, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1992, σελ. 103)
- μεταφορικάη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεγείρω Βικιλεξικό
- ειδικότεραη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεγείρω Βικιλεξικό
- ιατρικήη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεγείρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διέγερση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή διέγερσις < αρχαία ελληνική διεγείρω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; < διά (δι-) + ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική excitation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | διέγερση | διεγέρσεις |
| Γενική | διέγερσης | διεγέρσεων |
| Αιτιατική | διέγερση | διεγέρσεις |
| Κλητική | διέγερση | διεγέρσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →